Πετρομέλισσα
Τίποτα δεν προμήνυε πως σε αυτή την σχεδόν κρυφή παραλία του όρους των Κενταύρων, με τα κρυστάλλινα νερά και την πυκνή, καταπράσινη βλάστηση, θα νιώθαμε το δέος της φύσης.
Ο δρόμος προς την Πετρομέλισσα δεν χαρίζεται σε κανέναν. Ξεκινά από το μικρό χωριό Βένετο, που ησυχάζει στη βορειοανατολική πλευρά του Πηλίου, και συνεχίζεται σε έναν ανώμαλο χωματόδρομο τριάμισι χιλιομέτρων, χωρίς φωτισμό, που μοιάζει να οδηγεί στο πουθενά. Ήμασταν καλά εξοπλισμένοι, αφού σκοπεύαμε να περάσουμε τη νύχτα στην παραλία, ανάμεσα στη θάλασσα και στο μικρό φαράγγι που την είχε δημιουργήσει αιώνες πριν.
Θυμάμαι πόσο ανέμελη ήταν η παρέα όταν ανάψαμε φωτιά στο κέντρο της παραλίας και μιλούσαμε για ό,τι μας κέντριζε το ενδιαφέρον. Οι βουτιές από τα βράχια, στα δροσερά νερά, μας ξαναζωογονούσαν κάθε λίγο.
Καθώς σουρούπωνε, σύννεφα μαζεύονταν στον ορίζοντα του Αιγαίου και κεραυνοί έσκιζαν το σκοτάδι μακριά, προς τη Χαλκιδική. Σύντομα, το θέαμα που παρακολουθούσαμε από χιλιόμετρα μακριά είχε μετακομίσει πάνω από το βουνό, ακριβώς εκεί όπου θα διανυκτερεύαμε. Σταθήκαμε αρκετή ώρα σιωπηλοί, με ανάμεικτα συναισθήματα, να θαυμάζουμε την ομορφιά της καταιγίδας και τη θανατηφόρα δύναμη του κεραυνού, που χτυπούσε κάθε λίγα λεπτά τις πλαγιές ή το πέλαγος. Κανείς δεν μιλούσε. Το δέος μάς είχε συνεπάρει, ώσπου καταλάβαμε πως έπρεπε να βρούμε καταφύγιο από μια δύναμη που υπήρχε πάντα εδώ, πολύ πριν από εμάς.
Μαζέψαμε ό,τι προλάβαμε και καθίσαμε κάτω από έναν βράχο που σχημάτιζε σπηλιά. Γελούσαμε, αλλά κανείς δεν διαφωνούσε πως η ανησυχία είχε αρχίσει να μας τρώει. Ο δρόμος της επιστροφής ήταν σκοτεινός και δύσβατος, και είχαμε πια παγιδευτεί εκεί.
Όλη τη νύχτα ακούγαμε περίεργους ήχους: τα δέντρα να βογκούν και τις σχισμές του φαραγγιού να ψιθυρίζουν, καθώς ο αέρας τα διαπερνούσε σχεδόν μέχρι το πρωί. Κανείς δεν μπορούσε να πει με βεβαιότητα τι ακριβώς άκουγε.
Όμως μετά από κάθε καταιγίδα έρχεται η ηρεμία. Κάποια στιγμή όλα ηρέμησαν και το πρώτο φως ξεπρόβαλε μέσα από τη θάλασσα, φανερώνοντας σιγά σιγά τον ορίζοντα στο σκοτεινό πέλαγος.
Το επόμενο πρωί, άλλοι εξαντλημένοι από την αϋπνία και άλλοι παραδόξως ευδιάθετοι, πήραμε τον δρόμο της επιστροφής.
Η Πετρομέλισσα θα είναι εκεί. Και το φαράγγι που τη δημιούργησε θα περιμένει να το εξερευνήσουμε, κρατώντας για τον εαυτό του όσα δεν μας είπε εκείνη τη νύχτα.
Εις το επανιδείν.